χατίρι

χατίρι
το
(λ. τουρκ.)
1. χάρη, ρουσφέτι: Κάνε μου το χατίρι.
2. φρ., «για χατίρι σου», για χάρη σου.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • χατίρι — και χατήρι, το, Ν 1. χάρη, εξυπηρέτηση 2. φρ. α) «τού [ή τής] κάνω όλα τα χατίρια» εκτελώ με προθυμία ό,τι μού ζητήσει β) «δεν χαλώ χατίρι σε κανέναν» δεν δυσαρεστώ κανέναν, δίνω σε όλους ικανοποίηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. hatir] …   Dictionary of Greek

  • χατιρικός — ή, ό, Ν [χατίρι] αυτός που γίνεται για χατίρι, για εξυπηρέτηση, ως χάρη. επίρρ... χατιρικώς και χατιρικά Ν με χατίρι ή για χατίρι …   Dictionary of Greek

  • αμφί — ἀμφὶ πρόθ. (Α) (κυρίως στον ποιητικό και ιωνικό πεζό λόγο, η περὶ τών κλασικών κειμένων) και στις δύο πλευρές, και στα δύο μέρη Α. (με γενική) 1. για, για χάρη, για το χατίρι κάποιου «ἀμφί λέκτρων μάχεσθαι» (Ευρ. Ανδρομ. 123) 2. (όπως η πρός, για …   Dictionary of Greek

  • αγάπη — (θρησκ.).Στον χριστιανισμό, αρετή που ρυθμίζει έτσι τις σχέσεις των ανθρώπων, ώστε ο οποιοσδήποτε πλησίον να θεωρείται ως ο ίδιος ο εαυτός μας. Η έννοια της α. προϋπήρχε του χριστιανισμού, αλλά ο χριστιανισμός την ολοκλήρωσε διδάσκοντας τη θετική …   Dictionary of Greek

  • γούστο — το 1. νοστιμάδα 2. καλαισθησία 3. ευχαρίστηση 4. προτίμηση, εκλογή 5. φρ. α) «δεν τόν κάνω γούστο» δεν μού αρέσει β) «έχει γούστο να...» (ειρωνικά) θα ήταν διασκεδαστικό να συμβεί κάτι ανεπιθύμητο γ) «κάνω γούστο» περνώ ευχάριστα την ώρα μου δ)… …   Dictionary of Greek

  • κάνω — και κάμνω (AM κάμνω, Μ και κάνω) κατασκευάζω, δημιουργώ, φτειάχνω (α. «δεν τήν έκανες καλά τη βιβλιοθήκη» β. «οὐδ ἄνδρες νηῶν ἔνι τέκτονες, οἵ κε κάμοιεν νῆας ἐϋσσέλμους», Ομ. Οδ.) νεοελλ. 1. επιχειρώ κάτι, προσπαθώ ή αρχίζω μια ενέργεια (α.… …   Dictionary of Greek

  • κουρτεσία — κουρτεσία, και κουρτεσιά, ἡ (Μ) [κουρτέσης] 1. καλή συμπεριφορά, ευγένεια 2. διασκέδαση 3. φρ. «διὰ κουρτεσ(ι)άν» για το χατίρι μου …   Dictionary of Greek

  • μάτι — Το αισθητήριο όργανο της όρασης, με το οποίο γίνεται αντιληπτό το φως, το σχήμα και το χρώμα των φωτιζόμενων αντικειμένων. Ο άνθρωπος φέρει δύο οφθαλμικούς βολβούς, οι οποίοι καταλαμβάνουν τις οφθαλμικές κόγχες. Έχουν χαρακτηριστικό σφαιροειδές… …   Dictionary of Greek

  • χάρη — Η με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας μη εκτέλεση ή ελάττωση ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Θεωρείται ιδιότυπος θεσμός και είναι προνόμιο του αρχηγού του κράτους, ο οποίος επεμβαίνει με αυτό τον τρόπο στον τομέα… …   Dictionary of Greek

  • χατήρι — το, Ν βλ. χατίρι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”